ἀμαλός

ἀμαλός
Grammatical information: adj.
Meaning: `weak, soft' (ep. poet.) said of young animal and men (Il.).
Derivatives: Perhaps here ἀμαλ[λ]οῖ ἀφανίζει H. and ἀμαλάπτω (S.; = ἀμαλδύνω H.), after βλάπτω, δάπτω, s. Debrunner IF 21, 212.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Uncertain. Mostly connected with ἀμαλδύνω (q.v.), but this is just a guess. Further one connects ἀμβλύς (*ἀ-μλ-ύς); doubtful. Fur. 224 connects ἁπαλός, with Pre-Greek labial\/μ; possible but uncertain.
Page in Frisk: 1,85

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμαλός — ἀμαλός, ή, όν (Α) 1. (κυρίως για νεογνά ζώων) μαλακός, απαλός, τρυφερός 2. ασθενικός, αδύναμος 3. (ανώμαλος συγκριτικός) ἀμαλέστερος, α, ον. [ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητικό επίθετο, γνωστό ήδη από τον Όμηρο, που χαρακτηρίζει νεογνά ζώων. Στον Ευριπίδη η λ.… …   Dictionary of Greek

  • ἀμαλόν — ἀμαλός soft masc acc sg ἀμαλός soft neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαλῇσι — ἀμαλός soft fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαλή — ἀμαλός soft fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαλήν — ἀμαλός soft fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαλῶ — ἀμαλός soft masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαλῶς — ἀμαλός soft adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαλῶν — ἀμάλη fem gen pl ἀμαλός soft fem gen pl ἀμαλός soft masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Amélie — Cette page d’homonymie répertorie les différents sujets et articles partageant un même nom. Amélie est un nom propre qui peut désigner : Sommaire 1 Prénom et patronyme 1.1 Sens et origine du …   Wikipédia en Français

  • Amaltea (mitología) — Saltar a navegación, búsqueda Para otros usos de este término, véase Amaltea. Infancia de Zeus, de Jacob Jordaens. Museo del Louvre. Amaltea (en griego antiguo Ἀμάλθεια, de άμαλος …   Wikipedia Español

  • αμαλάπτω — ἀμαλάπτω (Α) καταστρέφω, αφανίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμαλός, μεταπλασμένος ρηματικός τ. σε άπτω κατά το πρότυπο τών συνωνύμων ρ. βλάπτω, δαρδάπτω κ.τ.ό.] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.